αλεκτος


αλεκτος
    ἄλεκτος
    ἄ-λεκτος
    2
    [λέγω III] невыразимый, неописуемый Polyb.

Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "αλεκτος" в других словарях:

  • ἄλεκτος — not to be told masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άλεκτος — και άλεχτος, η, ο (Α ἄλεκτος, ον) αυτός που δεν μπορεί να λεχθεί, ανείπωτος, απερίγραπτος νεοελλ. αυτός που δεν λέχθηκε, δεν ειπώθηκε ακόμη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερητ. + λεκτὸς < λέγω] …   Dictionary of Greek

  • ἀλέκτως — ἄλεκτος not to be told adverbial ἄλεκτος not to be told masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄλεκτον — ἄλεκτος not to be told masc/fem acc sg ἄλεκτος not to be told neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλέκτοις — ἄλεκτος not to be told masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλέκτου — ἄλεκτος not to be told masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλέκτους — ἄλεκτος not to be told masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλέκτων — ἄλεκτος not to be told masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλέκτῳ — ἄλεκτος not to be told masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄλεκτα — ἄλεκτος not to be told neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄλεκτοι — ἄλεκτος not to be told masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.